Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ



ΥΠΟΣΧΕΣΗ  ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ

Περίμενα σε ασυνήθιστο τόπο την ψυχή μου
και περίμενα ως αργά, ως πολύ αργά,
σαν  νυχτοπούλι του κόσμου,
και τρόμαξα πολύ.
Ένοιωθα την ζεστή ανάσα της ερήμου στα πόδια μου,
ήμουν ήδη στην έρημο
και είχα αφήσει πίσω μου την ιστορία.
Μόνος, κατάμονος, απόλυτα χαμένος.
Διέσχισα όλους τους ενδιάμεσους κύκλους
Λίγοι ακόμη μένουν για την αναβολή του τέλους.
Θα περιμένω ακόμη λίγο …
Έχω υπομονή και μια βεβαιότητα
για την υπόσχεση της συνάντησης.
Κάποιος μ’ έφερε εδώ είπα
και δεν μπορεί στο τέλος θα φανεί.
Μόνον σ αυτό το μέρος η ομιλία γίνεται προσευχή
κι άρχισα ήδη να τονίζω τις προοιμιακές συλλαβές της.
Σε μια απόμερη γωνιά θα ‘ρθώ να κλάψουμε μαζί,
κλάμα ανδρείο η φοβισμένο, λυσίπονο και παρηγορητικό.
Ότι ιδού ο χειμών επήλθεν, ο υετός επήλθεν,
Επορεύθη εαυτώ.

ΜΗΝ ΑΠΕΛΠΊΖΕΣΑΙ


ΜΗΝ ΑΠΕΛΠΊΖΕΣΑΙ


Μην απελπίζεσαι σου λέω
που δέχομαι και αρνούμαι.
Τρικλίζω στις άκρες του γκρεμού
μεθυσμένος από την ευτυχία μιας μέρας.
Κι όταν μεθώ απ’ το ποτό της μυθικής ζωής
τολμώ να ελπίζω στην άλλη μέρα.
Γιατί κανείς δεν θα έρθει άλλος
να στάξει βάλσαμο στην πληγή
στην έρημο του κόσμου.
Και ονειρεύομαι πως
βγαίνω στην ανοιχτωσιά
καθώς βασιλεύει η μέρα.
Με βρήκε ανέτοιμο
κι απόμεινα στο σύθαμπο.
Δεν πρόφτασα να χαιρετήσω,
να χτυπήσω πόρτες.
Όλοι ακολούθησαν τον ήλιο
και παρέσυραν μαζί τους
την αγάπη του κόσμου.
Έμεινε μόνο το νόημά της
αφού και ο Θεός αγάπη εστί.

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

« Οδύσσεια »





                                                          « Οδύσσεια »


Τα βράδια,
αχ τα βράδια το καλοκαίρι
μου διάβαζες Οδύσσεια.
Κι οι θάλασσες οι ομηρικές
είναι ατελείωτες και επίφοβες.
Η ζωή μας κινδύνευε
από μαγείες και τρόμους φοβερούς.
Όποιος έχει μια Ιθάκη θα φθάσει.
Όμως η Ιθάκη υπάρχει για να μην χαθείς,
όχι για να μην ταξιδέψεις.
Πρέπει να ταξιδέψεις
στου ωκεανού τα ρεύματα τα φοβερά
και πρέπει να οπλιστείς με σοφία
σαν πας στην χώρα των νεκρών.
Η φωνή σου όσο πήγαινε η νύχτα
γινόταν μουσική,
κι εγώ φοβήθηκα πολύ όταν σου είπα
πως άκουσα τις Σειρήνες.
Σου είπα, δεν μπορώ να μου διαβάζεις Οδύσσεια
κάτω από καλοκαιρινό έναστρο ουρανό.
Γιατί ο Οδυσσέας ακόμη ταξιδεύει
από άστρο σε άστρο, και είναι μόνος.
Έχασε όλους τους συντρόφους. 

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ


Από παιδί πάντα μου άρεσε να τρέχω έξω στους κήπους , στη φύση, στα χωράφια και προπαντός στ’ αμπέλια. Και τρέχαμε έξω μαζί με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς. Αλλά πάντα αναπολούσα τις μέρες των διακοπών που πηγαίναμε οικογενειακώς στη θάλασσα. Εκεί μου άρεσε να κατεβαίνω στην παραλία, δίπλα στην άμμο στα βράχια. Στο μέρος αυτό όμως ήθελα να είμαι πάντα μόνος, δεν ήθελα να είναι μαζί μου κι άλλοι. Πότε πότε πήγαινα και στο λιμάνι και παρακολουθούσα τις βάρκες και τα καράβια, κυρίως τα καράβια που έρχονταν και έφευγαν. Έβλεπα τα δεμένα καράβια, μ’ άρεσε να τα παρατηρώ και σκεφτόμουν πως ξεκουράζονταν για να αντέξουν σε νέες φουρτούνες και ταξίδια.
Συχνά όμως τα βήματά μου με έφερναν πιο πέρα εκεί όπου το κύμα έρχονταν κι έσβηνε στα πόδια μου μονάχα για μένα. Δεν θυμάμαι πόσο χρονών ήμουνα  όταν μου γεννήθηκε το ερώτημα από πού ερχόταν το κύμα ; και ήταν ένα αυτόματο ερώτημα που μαζί του γνώρισα το αίσθημα που αργότερα μεγάλος πια ονόμασα «ν ο σ τ α λ γ ί α».
 Όπως το κύμα ερχόταν από μακριά, έτσι ήθελα κι εγώ να πάω μακριά η μάλλον να επιστρέψω σε κάποιο τόπο πολύ μακρινό. Πως όμως μου μπήκε μέσα μου η επιθυμία να επιστρέψω εκεί που δεν ήμουν ποτέ; η ψυχή μου όμως φαίνεται ότι είχε την δική της μνήμη και με έσπρωχνε να θέλω να επιστρέψω σε τόπο μακρινό που εγώ ο ίδιος δεν τον θυμόμουνα καθόλου.
Και όταν απάντησα στο ερώτημα μεγάλος, η «νοσταλγία» έγινε το κυρίαρχο συναίσθημα της ψυχής μου που με οδήγησε σε τόπους μακρινούς και ξεχασμένους και σε άλλους ακόμα που δεν έχω επισκεφτεί ψάχνοντας την α λ η θ ι ν ή  π α τ ρ ί δ α μου. 

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

Η ΣΤΙΓΜΉ


Η ΣΤΙΓΜΉ

Χάιδευαν τις ανεμώνες
που άφηναν το κοκκινάδι τους
στην φθινοπωρινή ψιχάλα.
Έπαιζαν με τα γλαρόπουλα
που μαδούσαν στον αφρό
τα νέα φτερά τους.
Μύριζαν ένα κλωνάρι βασιλικό
που φύτρωσε στην πέτρα,
και νόμιζαν πως εκεί…
είχε σταματήσει ο χρόνος.
Και αδυνατούσαν να στεγνώσουν
τα υγρά βλέφαρά τους.
Μέτραγαν το καράβι
με τα άσπρα πανιά στο κατάρτι
που αρμένιζε χωρίς πυξίδα
στην άγνωστη θάλασσά του,
και άφηναν στο φεγγάρι
να τους ντύνει…
χίλιες χλωμές μεταμφιέσεις.
Ρολόι-στιλέτο να περιορίζει
τα όρια της ύπαρξής τους
σε κάθε χτύπο…
Και αδυνατούσαν να στεγνώσουν
τα υγρά βλέφαρά τους.
μη  χαθεί η μαγεία…
μιας στιγμής αιωνιότητας.

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ


ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Κράτησα στη γροθιά μου τη ζωή για μια στιγμή
διωγμένος από διώκτες που έψαχναν την ανάσα μου.
Έκαψα τα ρούχα μου και σήκωσα τους ώμους,
τις μοίρες έδιωχνα, σε κάθε μου βήμα,
τις αλυσίδες έσερνα, σε αναποφάσιστες αποφάσεις.
Τα φωτεινά σημάδια των θαλασσοπόρων
ακόμη ευτυχώς, είναι αναμμένα.
Εκεί όπου πίνουν νερό για να ξεχάσουν
να βρουν το γυρισμό οι αντρειωμένοι.
Εκείνη τη νύχτα η θάλασσα μας κέρδισε όλους.
Η θάλασσα που αγαπήσαμε.
Εκείνη τη νύχτα.