Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

 

                                     ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ

ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ

 

Όταν στέκομαι στον κήπο
ανάμεσα στα τριαντάφυλλα και τις δάφνες,
είμαι μόνος.
Από όλα τα ανθισμένα λουλούδια,
το γιασεμί μου αποπνέει δροσιά και γαλήνη.
Είναι το πιο αγαπημένο μου.
Ένας πράσινος θάμνος που σκαρφαλώνει,
με ένα κάτασπρο λουλουδάκι,
με ένα γλυκό, ελαφρά ζωντανό άρωμα.
Το άρωμά του έρχεται στο όνειρό μου
και ξυπνάει παλιές θύμησες.
Τη νεράιδα μου.
Δημιουργεί την μελωδική αρμονία
των ξεχασμένων λέξεων.
Κινείται με μια πρώιμη γοητεία,
σαν ένα καθαρά λευκό άνθος,
ματαιώνοντας τις υπόλοιπες
ανοιξιάτικες γοητείες.
Η νεράιδα μου κατεβαίνει σε μένα σαν νύφη.
Όλα όσα χάθηκαν χωρίς επιστροφή,
όνειρο, χαρά και αγάπη, επανέρχονται.
Όσα είναι ήσυχα και ιερά
αρχίζουν να βασιλεύουν ξανά στην ψυχή μου.
Οι ώρες περνούν, στον κήπο.
Είμαι μόνος με την λευκή νύφη,
και η νεράιδα με κοιτάζει σιωπηλά στα μάτια
με το στεφάνι στα μαλλιά από γιασεμί.



Κυριακή 22 Μαρτίου 2026


 

ΛΕΞΕΙΣ ΣΕ ΧΑΡΤΙ

 

Έσκισα μια σελίδα

την γέμισα με λέξεις.

Οι λέξεις σκόρπισαν,

το νόημά τους ήταν τρελό

σαν τις σκέψεις,

που τριγυρνούν στο κεφάλι μου.

Έγραψα κι άλλο, κι άλλο

μέχρι που τα τρεμάμενα

χέρια μου πόνεσαν.

Το ένα έφτιαξα αεροπλανάκι

και το πέταξα μακριά.

Προσγειώθηκε κάτω στην αυλή

και εκεί έμεινε.

Το άλλο χαρτί με λέξεις

το έκανα μια βάρκα,

την πήγα στο ρυάκι

έφυγε μακριά,

μέχρι που έλιωσε.

Έκανα και ένα οριγκάμι

με την μορφή σου

και το έκαψα.

Χαμένος στις σκέψεις,

από τότε που έφυγες,

που τριγυρνούν στο κεφάλι μου.


ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΖΟΥΣΑ


 

 

Μακάρι να ζούσα πίσω στις μέρες,

όταν η αγάπη ήταν πιο αργή,

με πιο απλούς τρόπους.

Όταν γράφαμε τα πάντα σε χαρτί,

και η σιωπή μεταξύ μας

εξακολουθούσε να είναι μια χαρά.

Τώρα όλα είναι δυνατά, όλα είναι γρήγορα,

και συνεχίζω να κυνηγάω

πράγματα που δεν διαρκούν ποτέ.

Μερικές φορές αναρωτιέμαι

αν χάσαμε τον χρόνο μας.

Μακάρι να είχαμε συναντηθεί

τη δεκαετία του ‘70’,

όπου η αγάπη ήταν απαλή και αληθινή.

Όπου μια ματιά μπορούσε να πει μια ιστορία,

και το για πάντα ήταν κάτι που το ένιωθες.

Χωρίς τηλέφωνα, χωρίς θόρυβο,

μόνο εσύ και εγώ, και τι ήταν η αγάπη

δεν χρειαζόταν να ειπωθεί με λόγια.

Τώρα η λέξη αγάπη είναι μια ανάρτηση

που ξεθωριάζει μέχρι το μεσημέρι,

όμως εγώ ακόμα ονειρεύομαι κάτω από το φεγγάρι.

Ονειρεύομαι  δίσκους πικάπ να γυρίζουν,

αγνά ποτά, καρδιές ευθυγραμμισμένες,

χωρίς φίλτρα, χωρίς βιασύνη, μόνο ηρεμία.

Βόλτα στην παραλία, κούνιες στο λουναπάρκ,

σκοτεινά σινεμά, νυχτερινά μπάνια στη θάλασσα.

Ίσως είναι τρελό, ίσως είναι μοίρα,

αλλά εξακολουθώ να πιστεύω

σε κάτι που μπορεί να περιμένει.

Μακάρι να είχαμε συναντηθεί τη δεκαετία του '70’,

κάτω από φώτα ντίσκο και μελωδίες που σβήνουν.

Όταν κάθε λέξη ήταν ειλικρίνεια,

και οι υποσχέσεις ζούσαν ατελείωτα.

Οπότε αν ονειρεύομαι πολύ βαθιά,

μην με ξυπνήσετε, σας παρακαλώ

ίσως συναντηθούμε ακόμα

στη δεκαετία του '70’.

Δευτέρα 28 Απριλίου 2025

ΕΣΥ ΚΙ ΕΓΩ ΜΑΖΙ



Σε παίρνω τηλέφωνο είναι τρεις παρά τέταρτο.

Σε ρωτάω αν θέλεις κάτι να φας.

Οδηγώ, γυρίζω, μεθάω, το ξανακάνω.

Σε ξυπνάω το βράδυ στις μία παρά τέταρτο.

Δεν μπορώ ποτέ να σταματήσω, να σε σκέφτομαι.

Μην κάνεις σαν να είμαι αυτός που δεν σ’ αφήνει

να ησυχάσεις, που δεν σ’ αφήνει να κοιμηθείς.

Γιατί κάθε φορά που λες ότι θα φύγεις

απλά χαμογελάω, γιατί το ξέρω ότι θα μείνεις.

Ξέρεις ότι δεν έχω τίποτα εκτός από αυτό το παλτό

άνοιξε τα παράθυρα, άσε το φως να μπει.

Είμαι έξω από την πόρτα σου, σου φωνάζω.

Γύρισε τον διακόπτη, άναψε το φως σου.

Κοίτα μας, εσύ και εγώ, ξανά σε αυτό το σπίτι.

Σε παίρνω τηλέφωνο γύρω στις δύο παρά τέταρτο.

Συνήθως δεν έχουμε τίποτα να κάνουμε.

Έχεις εκείνο το φόρεμά που μου αρέσει, φόρεσέ το

το κόκκινο, θέλω να σε κοιτάω να λάμπεις στο φως.

Άνοιξε τα παράθυρα, άσε το φως να μπει.

Άνοιξε την πόρτα σου να μπω μέσα και

άναψε τα φώτα σου, κοίτα μας, εσύ κι εγώ ξανά.

Βάλε τα λουλούδια σε ένα βάζο, κι άσε το φως να μπει.

Γιατί αγαπώ, να αγαπώ, να σ’ αγαπώ.

Γιατί δεν μισώ, να μισώ, να σε μισώ.

Βάλε το αγαπημένο μας τραγούδι στο ραδιόφωνο

και άναψε τα κεριά, γύρνα πίσω στο κρεβάτι.

Γιατί θέλω, θέλω, θέλω να σε θέλω.

Γιατί πρέπει, πρέπει, πρέπει να σε χρειάζομαι.

Χτυπάει το τηλέφωνο, μην το σηκώσεις

κοίτα μας, εσύ κι εγώ ξανά μαζί.

 

 

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2022

ΞΕΡΩ



ΞΕΡΩ

 

Ταξίδεψα και είδα τον κόσμο,

έζησα καταστάσεις, τα έκανα όλα,

είχα τα καλά και τα κακά μου.

Πέρασα καυτές καλοκαιρινές νύχτες,

μέσα Ιουλίου και σιδερένιο Αύγουστο,

όταν εσύ κι εγώ ήμασταν νέοι και ωραίοι.

Άγριοι σε τρελές μέρες ,ατελείωτες νύχτες

παίζοντας στα νυχτερινά φώτα της πόλης.

Ο τρόπος που έπαιζες μαζί μου γλυκός σαν μέλι.

-Αλήθεια θα με αγαπάς ακόμα

όταν δεν θα είμαι πια νέος και όμορφος;

-Αλήθεια θα με αγαπάς ακόμα

όταν δεν έχω τίποτα άλλο από πόνο στην ψυχή;

Ξέρω ότι θα το κάνεις, έτσι θέλω να πιστεύω.

-Αλήθεια θα με αγαπάς ακόμα

όταν δεν είμαι πια νέα και όμορφη;

-Αλήθεια θα με αγαπάς ακόμα

όταν δεν έχω τίποτα άλλο εκτός από πόνο στην ψυχή;

Τις καυτές ημέρες του καλοκαιριού,

συνέχεια ήθελες να χορεύουμε,

και ο τρόπος που με άγγιζες ήταν πάντα ζεστός.

Μαζί γνωρίσαμε νέους κόσμους

και ανθρώπους καλούς και κακούς.

Στο όμορφο πρόσωπο σου και την ψυχή σου

στήριξα τα όνειρά μου και μια ζωή γεμάτη.

-Αλήθεια θα με αγαπάς ακόμα

όταν δεν θα είμαι πια νέος και όμορφος;

-Αλήθεια θα με αγαπάς ακόμα

όταν δεν είμαι πια νέα και όμορφη;

Ξέρω ότι θα το κάνεις, ξέρεις ότι θα το κάνω

γιατί η αγάπη μας έτσι θέλει να πιστεύω.



Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

ΖΩΓΡΑΦΙΣΑ


 

ΖΩΓΡΑΦΙΣΑ

 

Ζωγράφισα με αγάπη, καλλιτέχνη.

Έβαψα με τρυφερότητα σε τιρκουάζ.

Η ζήλια είναι κόκκινη, αλλά πρόσεξα.

Εκθαμβωτικό είναι το λευκό  της πίστης!

Έβαλα φωτεινό κίτρινο, ένα άγγιγμα κατανόησης.

Φόρεσες το μικρό σου κόκκινο φόρεμα για πάρτι,

και χορεύεις κύκλους γύρω μου

γιατί είσαι νέα, είσαι άγρια, είσαι ελεύθερη.

Και ήμουν τόσο χαρούμενος,

τόσο χαρούμενος, αλλά τώρα έφυγες.

Όλοι ξέρουν ότι είμαι ο καλύτερος.

Όλοι ξέρουν ότι είμαι χάλια.

Αλλά ας πάρω τα πινέλα μου,

το τοπίο ας γίνει με φρέσκα χόρτα.

Αλλά μην τολμήσεις να ρίξεις χώμα.

Και μη λερώσεις σε παρακαλώ

το παραμύθι μου με γκρι!!

ΣΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ


 

ΣΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ

 

Ονειρευόμουν να με αγγίξεις

μια μέρα, αργά ή γρήγορα,

στο ασανσέρ.

Να με ακουμπήσεις απαλά στον τοίχο,

και να πνίξω τη φωνή σου στα χείλη μου

και όλα αυτά να γίνουν

για ένα ατελείωτο  δευτερόλεπτο.

Για να ξεδιψάσω στην θέα σου,

σε εκείνη τη γρήγορη κατάβαση

ανάμεσα στους ορόφους.

Και όλο αυτό συνέχισα

να το βλέπω στο όνειρό μου.

Αλήθεια, το ονειρευόμουν πολλές φορές.

Ίσως γιατί το αποτέλεσμα

του επιθυμητού μου

δεν επρόκειτο να γίνει ποτέ.

Κι  εσύ περνούσες πάντα τόσο πλάγια

για να βγεις από τις πόρτες,

και εγώ πάντα νόμιζα πως

τόσο κοντά περνώντας,

θα με φιλήσεις.