Η ΣΤΙΓΜΉ
Χάιδευαν τις
ανεμώνες
που άφηναν το
κοκκινάδι τους
στην
φθινοπωρινή ψιχάλα.
Έπαιζαν με τα
γλαρόπουλα
που μαδούσαν
στον αφρό
τα νέα φτερά
τους.
Μύριζαν ένα
κλωνάρι βασιλικό
που φύτρωσε
στην πέτρα,
και νόμιζαν πως
εκεί…
είχε σταματήσει
ο χρόνος.
Και αδυνατούσαν
να στεγνώσουν
τα υγρά βλέφαρά
τους.
Μέτραγαν το
καράβι
με τα άσπρα πανιά στο κατάρτι
που αρμένιζε
χωρίς πυξίδα
στην άγνωστη
θάλασσά του,
και άφηναν στο
φεγγάρι
να τους ντύνει…
χίλιες χλωμές
μεταμφιέσεις.
Ρολόι-στιλέτο
να περιορίζει
τα όρια της
ύπαρξής τους
σε κάθε χτύπο…
Και αδυνατούσαν
να στεγνώσουν
τα υγρά βλέφαρά
τους.
μη χαθεί η μαγεία…
μιας στιγμής αιωνιότητας.
